σερέτης

ο, θηλ. σερέτισσα, Ν
δύστροπος, βαρύς, ζόρικος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. şirret].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σερέτης — ο (λ. τουρκ.), θηλ. ισσα αυτός που σκόπιμα διαστρέφει την αλήθεια, κακόπιστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σερέτικος — η, ο, Ν [σερέτης] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε σερέτη …   Dictionary of Greek

  • σερετιά — η, Ν [σερέτης] η ιδιότητα και η συμπεριφορά τού σερέτη …   Dictionary of Greek

  • Γαρδίκης — Επώνυμο αγωνιστών του 1821, από το Γαρδίκι της Φθιώτιδας. 1. Αθανάσιος. Πολέμησε στην Αθήνα, στην Κάρυστο και στην Αράχοβα. 2. Γρηγόριος. Πολέμησε υπό τις διαταγές των Καραϊσκάκη, Σκαλτσοδήμου, Πανουργιά κ.ά. 3. Κωνσταντίνος ή Σερέτης. Διετέλεσε… …   Dictionary of Greek

  • Γιολδάσης — Επώνυμο οικογένειας αγωνιστών του 1821, από την Ευρυτανία. 1. Γιαννάκης. Διακρίθηκε στις μάχες της δυτικής και της ανατολικής Στερεάς Ελλάδας. Το 1825 τον τίμησαν με τον βαθμό του στρατηγού του επαναστατικού στρατού. 2. Ζαχαρίας. Αδελφός του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.